1SubstantivDefinition (Griechisch)Wird übersetzt …Επαγγελματική δραστηριότητα· εργασία ή απασχόληση.δουλειάAusspracheKI-AusspracheBeispieleΒρήκε καλή δουλειά.She found a good job.Έχω πολλή δουλειά σήμερα.I have a lot of work today.SynonymeεργασίαεπάγγελμαKI-generiert