1nounDefinition (Greek)Translating…Σύστημα επικοινωνίας με λέξεις και γραμματική· επίσης το όργανο στο στόμα.γλώσσαPronunciationAI PronunciationExamplesΗ ελληνική γλώσσα είναι αρχαία.The Greek language is ancient.Μαθαίνω καινούρια γλώσσα.I am learning a new language.SynonymsδιάλεκτοςιδίωμαAI Generated