1nounDefinition (Greek)Translating…Νεαρό ανθρώπινο ον που δεν έχει φτάσει στην ενηλικίωση.παιδίPronunciationAI PronunciationExamplesΤο παιδί παίζει στο πάρκο.The child plays in the park.Έχουν τρία παιδιά.They have three children.SynonymsμωρόμικρόςAI Generated