1
nomDéfinition (Grec)Traduction en cours…
Η επιστήμη που μελετά το παρελθόν· επίσης μια αφήγηση ή σειρά γεγονότων.
ιστορία
Prononciation
Exemples
Μαθαίνω ελληνική ιστορία στο σχολείο.
I learn Greek history at school.
Διηγήθηκε μια ενδιαφέρουσα ιστορία.
She told an interesting story.
Généré par IA