1
adjectifDéfinition (Grec)Traduction en cours…
Που έχει σημαντικό μέγεθος, αριθμό ή σπουδαιότητα.
μεγάλος
Prononciation
Exemples
Η Αθήνα είναι μεγάλη πόλη.
Athens is a big city.
Έχει μεγάλη εμπειρία.
He has great experience.
Synonymes
Généré par IA