1
動詞定義(ギリシャ語)翻訳中…
Τρίτο πρόσωπο ενικού του ρήματος 'έχω'· δηλώνει κατοχή ή ύπαρξη.
έχει
発音
例文
Έχει πολλά βιβλία.
She has many books.
Δεν έχει χρόνο.
He doesn't have time.
AI生成
読み込み中...
έχει
1
動詞定義(ギリシャ語)翻訳中…
Τρίτο πρόσωπο ενικού του ρήματος 'έχω'· δηλώνει κατοχή ή ύπαρξη.
έχει
発音
例文
Έχει πολλά βιβλία.
She has many books.
Δεν έχει χρόνο.
He doesn't have time.
AI生成