1
動詞定義(ギリシャ語)翻訳中…
Κατέχω γνώση ή πληροφορία για κάτι.
ξέρω
発音
例文
Ξέρω την απάντηση.
I know the answer.
Δεν ξέρω πού βρίσκεται.
I don't know where he is.
AI生成
読み込み中...
ξέρω
1
動詞定義(ギリシャ語)翻訳中…
Κατέχω γνώση ή πληροφορία για κάτι.
ξέρω
発音
例文
Ξέρω την απάντηση.
I know the answer.
Δεν ξέρω πού βρίσκεται.
I don't know where he is.
AI生成