1
형용사정의 (그리스어)번역 중…
Που δεν έχει παλιώσει ή αχρηστευτεί· νεαρός σε ηλικία.
νέος
발음
예문
Αγόρασε νέο αυτοκίνητο.
He bought a new car.
Είναι πολύ νέος για δουλειά.
He is too young for the job.
AI 생성
로딩 중...
νέος
1
형용사정의 (그리스어)번역 중…
Που δεν έχει παλιώσει ή αχρηστευτεί· νεαρός σε ηλικία.
νέος
발음
예문
Αγόρασε νέο αυτοκίνητο.
He bought a new car.
Είναι πολύ νέος για δουλειά.
He is too young for the job.
AI 생성