Kraunama...
100 žodžių rasta
άνθρωπος
άνθρωπος
žmogus
ένα
ένα
vienas; vienas (nt.)
έρχομαι
έρχομαι
ateiti
έχει
έχει
Τρίτο πρόσωπο ενικού του ρήματος 'έχω'· δηλώνει κατοχή ή ύπαρξη.
ήλιος
ήλιος
saulė
ήταν
ήταν
Παρατατικός του 'είμαι' στο τρίτο πρόσωπο· εκφράζει παρελθοντική κατάσταση.
αγαπώ
αγαπώ
mylėti
αγορά
αγορά
Τόπος ή διαδικασία πώλησης και αγοράς εμπορευμάτων· η πράξη του αγοράζω.
ακόμα
ακόμα
Δηλώνει συνέχεια ή παρατεταμένη κατάσταση· επίσης 'επιπλέον'.
αλλά
αλλά
Παρατακτικός σύνδεσμος που εκφράζει αντίθεση.
αν
αν
Υποθετικός σύνδεσμος που εισάγει υποθετική πρόταση.
από
από
iš
αρέσει
αρέσει
Τρίτο πρόσωπο ενικού απρόσωπου ρήματος που εκφράζει προτίμηση ή ευχαρίστηση.
αυτό
αυτό
Δεικτική αντωνυμία ουδέτερου γένους· δείχνει κάτι κοντινό.
αύριο
αύριο
rytoj
βιβλίο
βιβλίο
knyga
βλέπω
βλέπω
matyti
γεια
γεια
Ανεπίσημος χαιρετισμός που χρησιμοποιείται κατά την προσφώνηση ή την αποχαιρέτηση.
για
για
dėl; už
γιατί
γιατί
Ερωτηματικό επίρρημα που ζητά αιτία ή εξήγηση.
γλώσσα
γλώσσα
kalba; liežuvis
γυναίκα
γυναίκα
moteris
δεν
δεν
Αρνητικό μόριο που αρνείται μια πράξη ή κατάσταση.
δουλειά
δουλειά
Επαγγελματική δραστηριότητα· εργασία ή απασχόληση.
δρόμος
δρόμος
Επιφάνεια ή μονοπάτι για κυκλοφορία· στενή ή πλατιά οδός.
είναι
είναι
yra
εγώ
εγώ
Προσωπική αντωνυμία πρώτου προσώπου ενικού· αναφέρεται στον ομιλητή.
εδώ
εδώ
Σε αυτό το μέρος· σε κοντινή απόσταση από τον ομιλητή.
εκεί
εκεί
ten
ευχαριστώ
ευχαριστώ
Εκφράζω ευγνωμοσύνη προς κάποιον για κάτι που έκανε.
ζωή
ζωή
gyvenimas
θάλασσα
θάλασσα
Μεγάλη έκταση αλμυρού νερού που καλύπτει μεγάλο μέρος της γης.
θέλω
θέλω
Επιθυμώ να έχω ή να κάνω κάτι.
θα
θα
būsimojo laiko dalelytė
ιστορία
ιστορία
Η επιστήμη που μελετά το παρελθόν· επίσης μια αφήγηση ή σειρά γεγονότων.
κάνω
κάνω
daryti
κάτι
κάτι
kažkas
και
και
ir
καλά
καλά
Με καλό τρόπο· ικανοποιητικά.
καλημέρα
καλημέρα
Πρωινός χαιρετισμός.
καλησπέρα
καλησπέρα
labas vakaras
καλός
καλός
Που έχει θετικές ιδιότητες· αξιόλογος ή ικανός.
καρδιά
καρδιά
širdis
κόσμος
κόσμος
pasaulis
λέξη
λέξη
Στοιχειώδης μονάδα γλώσσας που φέρει νόημα.
λέω
λέω
sakyti
λόγος
λόγος
Η έκφραση με λόγια· αιτία ή σκοπός.
μάλλον
μάλλον
Εκφράζει πιθανολόγηση, πιο σωστά ή πιο πιθανό.
μέρα
μέρα
Η ημέρα· το διάστημα εικοσιτεσσάρων ωρών.
μαζί
μαζί
Από κοινού, ταυτόχρονα ή στον ίδιο τόπο.
άνθρωπος
άνθρωπος
žmogus
Protinga būtybė, priklausanti rūšiai Homo sapiens; asmuo.
ένα
ένα
vienas; vienas (nt.)
Neapibrėžtasis artikelis niekatrosios giminės; taip pat skaitvardis, reiškiantis skaičių vienas.
έρχομαι
έρχομαι
ateiti
Ateinu į vietą, esančią netoli pašnekovo, arba priartėju.
έχει
έχει
Τρίτο πρόσωπο ενικού του ρήματος 'έχω'· δηλώνει κατοχή ή ύπαρξη.
ήλιος
ήλιος
saulė
Žvaigždė, aplink kurią sukasi Žemė; dienos šviesos šaltinis.
ήταν
ήταν
Παρατατικός του 'είμαι' στο τρίτο πρόσωπο· εκφράζει παρελθοντική κατάσταση.
αγαπώ
αγαπώ
mylėti
Jausti gilų meilės ar švelnumo jausmą kam nors ar kam nors.
αγορά
αγορά
Τόπος ή διαδικασία πώλησης και αγοράς εμπορευμάτων· η πράξη του αγοράζω.
ακόμα
ακόμα
Δηλώνει συνέχεια ή παρατεταμένη κατάσταση· επίσης 'επιπλέον'.
αλλά
αλλά
Παρατακτικός σύνδεσμος που εκφράζει αντίθεση.
αν
αν
Υποθετικός σύνδεσμος που εισάγει υποθετική πρόταση.
από
από
iš
Išreiškia pradžią, kilmę arba palyginimą.
αρέσει
αρέσει
Τρίτο πρόσωπο ενικού απρόσωπου ρήματος που εκφράζει προτίμηση ή ευχαρίστηση.
αυτό
αυτό
Δεικτική αντωνυμία ουδέτερου γένους· δείχνει κάτι κοντινό.
αύριο
αύριο
rytoj
Kitą dieną.
βιβλίο
βιβλίο
knyga
Spausdintas arba skaitmeninis kūrinys su tekstu.
βλέπω
βλέπω
matyti
Regėti; stebėti ar žiūrėti.
γεια
γεια
Ανεπίσημος χαιρετισμός που χρησιμοποιείται κατά την προσφώνηση ή την αποχαιρέτηση.
για
για
dėl; už
Išreiškia tikslą, priežastį arba gavėją.
γιατί
γιατί
Ερωτηματικό επίρρημα που ζητά αιτία ή εξήγηση.
γλώσσα
γλώσσα
kalba; liežuvis
Bendravimo sistema su žodžiais ir gramatika; taip pat burnos organas.
γυναίκα
γυναίκα
moteris
Suaugusi moteriškos lyties žmogaus būtybė.
δεν
δεν
Αρνητικό μόριο που αρνείται μια πράξη ή κατάσταση.
δουλειά
δουλειά
Επαγγελματική δραστηριότητα· εργασία ή απασχόληση.
δρόμος
δρόμος
Επιφάνεια ή μονοπάτι για κυκλοφορία· στενή ή πλατιά οδός.
είναι
είναι
yra
Veiksmažodžio „būti“ trečiasis asmuo vienaskaita ir daugiskaita; reiškia egzistavimą arba savybę.
εγώ
εγώ
Προσωπική αντωνυμία πρώτου προσώπου ενικού· αναφέρεται στον ομιλητή.
εδώ
εδώ
Σε αυτό το μέρος· σε κοντινή απόσταση από τον ομιλητή.
εκεί
εκεί
ten
Toje vietoje; atokiau nuo kalbėtojo.
ευχαριστώ
ευχαριστώ
Εκφράζω ευγνωμοσύνη προς κάποιον για κάτι που έκανε.
ζωή
ζωή
gyvenimas
Gyvos būtybės egzistavimas ir veikla.
θάλασσα
θάλασσα
Μεγάλη έκταση αλμυρού νερού που καλύπτει μεγάλο μέρος της γης.
θέλω
θέλω
Επιθυμώ να έχω ή να κάνω κάτι.
θα
θα
būsimojo laiko dalelytė
Dalelytė, sudaranti būsimąjį laiką arba reiškianti tikimybę.
ιστορία
ιστορία
Η επιστήμη που μελετά το παρελθόν· επίσης μια αφήγηση ή σειρά γεγονότων.
κάνω
κάνω
daryti
Atlieku ar įgyvendinu ką nors; sukuriu ar įvykdau.
κάτι
κάτι
kažkas
Neapibrėžtasis įvardis, nurodantis neapibrėžtą daiktą.
και
και
ir
Jungtukas, jungiantis du žodžius, frazes ar sakinius.
καλά
καλά
Με καλό τρόπο· ικανοποιητικά.
καλημέρα
καλημέρα
Πρωινός χαιρετισμός.
καλησπέρα
καλησπέρα
labas vakaras
Vakarinis pasisveikinimas.
καλός
καλός
Που έχει θετικές ιδιότητες· αξιόλογος ή ικανός.
καρδιά
καρδιά
širdis
Centrinis kraujotakos organas; taip pat emocijų centras.
κόσμος
κόσμος
pasaulis
Visata arba Žemė; taip pat žmonių visuma.
λέξη
λέξη
Στοιχειώδης μονάδα γλώσσας που φέρει νόημα.
λέω
λέω
sakyti
Išreiškiu ką nors žodžiais; pranešu arba pasakoju.
λόγος
λόγος
Η έκφραση με λόγια· αιτία ή σκοπός.
μάλλον
μάλλον
Εκφράζει πιθανολόγηση, πιο σωστά ή πιο πιθανό.
μέρα
μέρα
Η ημέρα· το διάστημα εικοσιτεσσάρων ωρών.
μαζί
μαζί
Από κοινού, ταυτόχρονα ή στον ίδιο τόπο.