Ga naar inhoud
Grieks

Grieks woordenschat doorzoeken

100 woorden gevonden

άνθρωπος

zelfstandig naamwoord
A1

άνθρωπος

mens; persoon

Redelijk wezen dat tot de soort Homo sapiens behoort; persoon.

ένα

determinator
A1

ένα

een

Onbepaald lidwoord in het onzijdig; ook telwoord dat het getal één aanduidt.

έρχομαι

werkwoord
A1

έρχομαι

Μεταβαίνω σε τόπο που είναι κοντά στον συνομιλητή ή πλησιάζω.

έχει

werkwoord
A1

έχει

Τρίτο πρόσωπο ενικού του ρήματος 'έχω'· δηλώνει κατοχή ή ύπαρξη.

ήλιος

zelfstandig naamwoord
A1

ήλιος

zon

De ster waar de aarde omheen draait; de lichtbron van de dag.

ήταν

werkwoord
A1

ήταν

was

Onvoltooid verleden tijd van ‘zijn’ in de derde persoon; drukt een toestand in het verleden uit.

αγαπώ

werkwoord
A1

αγαπώ

houden van

Een diep gevoel van liefde of tederheid koesteren voor iemand of iets.

αγορά

zelfstandig naamwoord
A1

αγορά

markt

Plaats of proces van verkoop en aankoop van goederen; de handeling van het kopen.

ακόμα

bijwoord
A1

ακόμα

Δηλώνει συνέχεια ή παρατεταμένη κατάσταση· επίσης 'επιπλέον'.

αλλά

voegwoord
A1

αλλά

Παρατακτικός σύνδεσμος που εκφράζει αντίθεση.

αν

voegwoord
A1

αν

als; of

Voorwaardelijk voegwoord dat een voorwaardelijke bijzin inleidt.

από

voorzetsel
A1

από

Εκφράζει αφετηρία, προέλευση ή σύγκριση.

αρέσει

werkwoord
A1

αρέσει

Τρίτο πρόσωπο ενικού απρόσωπου ρήματος που εκφράζει προτίμηση ή ευχαρίστηση.

αυτό

voornaamwoord
A1

αυτό

dit

Aanwijzend voornaamwoord in het onzijdig; wijst naar iets dichtbij.

αύριο

bijwoord
A1

αύριο

Την επόμενη ημέρα.

βιβλίο

zelfstandig naamwoord
A1

βιβλίο

Τυπωμένο ή ψηφιακό έργο με κείμενο.

βλέπω

werkwoord
A1

βλέπω

zien; kijken

Visueel waarnemen; observeren of volgen.

γεια

tussenwerpsel
A1

γεια

Ανεπίσημος χαιρετισμός που χρησιμοποιείται κατά την προσφώνηση ή την αποχαιρέτηση.

για

voorzetsel
A1

για

voor

Drukt doel, oorzaak of ontvanger uit.

γιατί

bijwoord
A1

γιατί

Ερωτηματικό επίρρημα που ζητά αιτία ή εξήγηση.

γλώσσα

zelfstandig naamwoord
A1

γλώσσα

Σύστημα επικοινωνίας με λέξεις και γραμματική· επίσης το όργανο στο στόμα.

γυναίκα

zelfstandig naamwoord
A1

γυναίκα

vrouw

Volwassen vrouwelijk mens.

δεν

bijwoord
A1

δεν

Αρνητικό μόριο που αρνείται μια πράξη ή κατάσταση.

δουλειά

zelfstandig naamwoord
A1

δουλειά

werk; baan

Beroepsmatige activiteit; werk of bezigheid.

δρόμος

zelfstandig naamwoord
A1

δρόμος

weg

Oppervlak of pad voor verkeer; smalle of brede weg.

είναι

werkwoord
A1

είναι

is; zijn

Derde persoon enkelvoud en meervoud van het werkwoord 'zijn'; drukt het bestaan of een eigenschap uit.

εγώ

voornaamwoord
A1

εγώ

ik

Persoonlijk voornaamwoord van de eerste persoon enkelvoud; verwijst naar de spreker.

εδώ

bijwoord
A1

εδώ

Σε αυτό το μέρος· σε κοντινή απόσταση από τον ομιλητή.

εκεί

bijwoord
A1

εκεί

daar

Op die plaats; op afstand van de spreker.

ευχαριστώ

werkwoord
A1

ευχαριστώ

Εκφράζω ευγνωμοσύνη προς κάποιον για κάτι που έκανε.

ζωή

zelfstandig naamwoord
A1

ζωή

Η ύπαρξη και η δραστηριότητα ενός έμβιου όντος.

θάλασσα

zelfstandig naamwoord
A1

θάλασσα

Μεγάλη έκταση αλμυρού νερού που καλύπτει μεγάλο μέρος της γης.

θέλω

werkwoord
A1

θέλω

Επιθυμώ να έχω ή να κάνω κάτι.

θα

partikel
A1

θα

Μόριο που σχηματίζει τον μέλλοντα χρόνο ή εκφράζει πιθανότητα.

ιστορία

zelfstandig naamwoord
A1

ιστορία

Η επιστήμη που μελετά το παρελθόν· επίσης μια αφήγηση ή σειρά γεγονότων.

κάνω

werkwoord
A1

κάνω

doen

Iets uitvoeren of realiseren; iets creëren of tot stand brengen.

κάτι

voornaamwoord
A1

κάτι

iets

Onbepaald voornaamwoord dat verwijst naar een onbepaald ding.

και

voegwoord
A1

και

en

Voegwoord dat twee woorden, woordgroepen of zinnen met elkaar verbindt.

καλά

bijwoord
A1

καλά

Με καλό τρόπο· ικανοποιητικά.

καλημέρα

tussenwerpsel
A1

καλημέρα

Πρωινός χαιρετισμός.

καλησπέρα

tussenwerpsel
A1

καλησπέρα

Βραδινός χαιρετισμός.

καλός

bijvoeglijk naamwoord
A1

καλός

goed

Met positieve eigenschappen; waardevol of bekwaam.

καρδιά

zelfstandig naamwoord
A1

καρδιά

Το κεντρικό όργανο κυκλοφορίας του αίματος· επίσης το συναισθηματικό κέντρο.

κόσμος

zelfstandig naamwoord
A1

κόσμος

wereld

Het heelal of de aarde; ook een groep mensen.

λέξη

zelfstandig naamwoord
A1

λέξη

Στοιχειώδης μονάδα γλώσσας που φέρει νόημα.

λέω

werkwoord
A1

λέω

zeggen

Iets met woorden uitdrukken; vermelden of vertellen.

λόγος

zelfstandig naamwoord
A1

λόγος

Η έκφραση με λόγια· αιτία ή σκοπός.

μάλλον

bijwoord
A1

μάλλον

Εκφράζει πιθανολόγηση, πιο σωστά ή πιο πιθανό.

μέρα

zelfstandig naamwoord
A1

μέρα

dag

De dag; het tijdsbestek van vierentwintig uur.

μαζί

bijwoord
A1

μαζί

samen

Gezamenlijk, gelijktijdig of op dezelfde plaats.

μας

voornaamwoord
A1

μας

ons

Bezittelijk voornaamwoord van de eerste persoon meervoud; behoort tot de groep van de spreker.

με

voorzetsel
A1

με

met; per

Drukt gezelschap, middel of wijze uit.

μεγάλος

bijvoeglijk naamwoord
A1

μεγάλος

Που έχει σημαντικό μέγεθος, αριθμό ή σπουδαιότητα.

μια

determinator
A1

μια

Αόριστο άρθρο θηλυκού γένους· επίσης αριθμητικό.

μικρός

bijvoeglijk naamwoord
A1

μικρός

Που έχει περιορισμένο μέγεθος ή ποσότητα.

μου

voornaamwoord
A1

μου

Κτητική αντωνυμία πρώτου προσώπου ενικού· δηλώνει κάτι που ανήκει στο αναφερόμενο πρόσωπο.

μουσική

zelfstandig naamwoord
A1

μουσική

Τέχνη που εκφράζεται με ήχους, ρυθμούς και μελωδίες.

μπορεί

werkwoord
A1

μπορεί

Τρίτο πρόσωπο ενικού του ρήματος 'μπορώ'· εκφράζει ικανότητα ή δυνατότητα.

νέος

bijvoeglijk naamwoord
A1

νέος

Που δεν έχει παλιώσει ή αχρηστευτεί· νεαρός σε ηλικία.

να

partikel
A1

να

om te

Partikel dat wordt gebruikt om een wens, een bevel of de aanvoegende wijs uit te drukken.

ναι

tussenwerpsel
A1

ναι

Επιβεβαιωτική απάντηση· δηλώνει συμφωνία.

νερό

zelfstandig naamwoord
A1

νερό

Άχρωμο, άοσμο υγρό, απαραίτητο για τη ζωή.

νύχτα

zelfstandig naamwoord
A1

νύχτα

Το σκοτεινό διάστημα από τη δύση έως την ανατολή του ηλίου.

ξέρω

werkwoord
A1

ξέρω

Κατέχω γνώση ή πληροφορία για κάτι.

οικογένεια

zelfstandig naamwoord
A1

οικογένεια

Ομάδα ανθρώπων που συνδέονται με δεσμούς αίματος ή γάμου.

πάντα

bijwoord
A1

πάντα

Σε κάθε περίπτωση ή κάθε χρόνο· αδιάκοπα.

πάω

werkwoord
A1

πάω

Μεταβαίνω ή κατευθύνομαι σε κάποιο τόπο.

παιδί

zelfstandig naamwoord
A1

παιδί

Νεαρό ανθρώπινο ον που δεν έχει φτάσει στην ενηλικίωση.

παλιός

bijvoeglijk naamwoord
A1

παλιός

Που υπάρχει εδώ και πολύ καιρό· ηλικιωμένος ή φθαρμένος.

παρακαλώ

tussenwerpsel
A1

παρακαλώ

Έκφραση ευγενικής παράκλησης ή απάντησης σε ευχαριστίες.

πολύ

bijwoord
A1

πολύ

Σε μεγάλο βαθμό ή ποσότητα.

ποτέ

bijwoord
A1

ποτέ

Σε καμία χρονική στιγμή· δεν έγινε ή δεν θα γίνει.

που

voornaamwoord
A1

που

waar

Betrekkelijk voornaamwoord of bijwoord van plaats; leidt een betrekkelijke bijzin in.

πρέπει

werkwoord
A1

πρέπει

Απρόσωπο ρήμα που εκφράζει υποχρέωση ή αναγκαιότητα.

πρώτος

bijvoeglijk naamwoord
A1

πρώτος

Που κατέχει τη θέση αρχής σε σειρά ή τάξη.

πόλη

zelfstandig naamwoord
A1

πόλη

Μεγάλο αστικό κέντρο με πολλούς κατοίκους.

πότε

bijwoord
A1

πότε

Ερωτηματικό επίρρημα χρόνου που ζητά χρόνο ή εποχή.

πώς

bijwoord
A1

πώς

Ερωτηματικό επίρρημα τρόπου· ζητά εξήγηση τρόπου ή κατάστασης.

σήμερα

bijwoord
A1

σήμερα

Αυτή την ημέρα· κατά τη διάρκεια της παρούσας ημέρας.

σε

voorzetsel
A1

σε

Εκφράζει τοποθεσία, κατεύθυνση ή έμμεσο αντικείμενο.

σου

voornaamwoord
A1

σου

Κτητική αντωνυμία δεύτερου προσώπου ενικού· ανήκει στο πρόσωπο που απευθύνεται.

σπίτι

zelfstandig naamwoord
A1

σπίτι

Κτίριο που χρησιμεύει ως κατοικία.

στο

voorzetsel
A1

στο

Σύντμηση του 'σε + το'· εκφράζει τοποθεσία ή κατεύθυνση.

σχεδόν

bijwoord
A1

σχεδόν

Περίπου, σε μεγάλο βαθμό αλλά όχι εντελώς.

σχολείο

zelfstandig naamwoord
A1

σχολείο

Εκπαιδευτικό ίδρυμα όπου παρέχεται διδασκαλία.

τα

determinator
A1

τα

de (het)

Bepaald lidwoord in het onzijdig meervoud.

τη

determinator
A1

τη

de (v.)

Bepaald lidwoord van het vrouwelijk geslacht in de accusatief enkelvoud.

τι

voornaamwoord
A1

τί

wat

Vragend voornaamwoord dat wordt gebruikt om informatie te vragen.

το

determinator
A1

το

het

Bepaald lidwoord in het onzijdig enkelvoud.

τον

determinator
A1

τον

Οριστικό άρθρο αρσενικού γένους στην αιτιατική ενικού.

τώρα

bijwoord
A1

τώρα

Αυτή τη στιγμή· στο παρόν.

φίλος

zelfstandig naamwoord
A1

φίλος

Πρόσωπο με το οποίο υπάρχει σχέση αμοιβαίας αγάπης και εμπιστοσύνης.

φαγητό

zelfstandig naamwoord
A1

φαγητό

Τρόφιμα ή γεύμα που λαμβάνουμε για θρέψη.

χθες

bijwoord
A1

χτές

Την προηγούμενη ημέρα.

χρόνια

zelfstandig naamwoord
A1

χρόνια

Πληθυντικός του 'χρόνος'· περίοδοι δώδεκα μηνών.

χρόνος

zelfstandig naamwoord
A1

χρόνος

Το διάστημα μέσα στο οποίο διαδέχονται τα γεγονότα· διάρκεια ή περίοδος.

χώρα

zelfstandig naamwoord
A1

χώρα

Γεωγραφικά και πολιτικά ορισμένη επικράτεια με δική της κυβέρνηση.

όλα

voornaamwoord
A1

όλα

Αόριστη αντωνυμία που δηλώνει το σύνολο, κάθε μέρος.

ότι

voegwoord
A1

ότι

Ειδικός σύνδεσμος που εισάγει ειδική πρόταση.

όχι

tussenwerpsel
A1

όχι

Αρνητική απάντηση ή άρνηση.