1
существительноеОпределение (Греческий)Идёт перевод…
Εκπαιδευτικό ίδρυμα όπου παρέχεται διδασκαλία.
σχολείο
Произношение
Примеры
Τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο.
The children go to school.
Το σχολείο αρχίζει τον Σεπτέμβριο.
School starts in September.
Сгенерировано ИИ