1คำนามคำจำกัดความ (กรีก)กำลังแปล…Τόπος ή διαδικασία πώλησης και αγοράς εμπορευμάτων· η πράξη του αγοράζω.αγοράการออกเสียงการออกเสียง AIตัวอย่างΠήγαμε στην αγορά το Σάββατο.We went to the market on Saturday.Η αγορά ακινήτων είναι ανοιχτή.The real estate market is open.คำพ้องความหมายπαζάριεμπόριοสร้างโดย AI