1
คำคุณศัพท์คำจำกัดความ (กรีก)กำลังแปล…
Που έχει περιορισμένο μέγεθος ή ποσότητα.
μικρός
การออกเสียง
ตัวอย่าง
Μένω σε μικρό διαμέρισμα.
I live in a small apartment.
Ήταν μικρός όταν έγινε αυτό.
He was small when this happened.
คำพ้องความหมาย
สร้างโดย AI