1คำนามคำจำกัดความ (กรีก)กำลังแปล…Πρόσωπο με το οποίο υπάρχει σχέση αμοιβαίας αγάπης και εμπιστοσύνης.φίλοςการออกเสียงการออกเสียง AIตัวอย่างΟ καλύτερος φίλος μου μένει μακριά.My best friend lives far away.Βγήκα με φίλους το βράδυ.I went out with friends in the evening.คำพ้องความหมายσύντροφοςσύμμαχοςสร้างโดย AI