1động từĐịnh nghĩa (Tiếng Hy Lạp)Đang dịch…Τρέφω βαθύ συναίσθημα αγάπης ή τρυφερότητας για κάποιον ή κάτι.αγαπώPhát âmPhát âm AIVí dụΑγαπώ την οικογένειά μου.I love my family.Αγαπώ τη μουσική.I love music.Từ đồng nghĩaλατρεύωαγαπιέμαιTạo bởi AI