1
tính từĐịnh nghĩa (Tiếng Hy Lạp)Đang dịch…
Που υπάρχει εδώ και πολύ καιρό· ηλικιωμένος ή φθαρμένος.
παλιός
Phát âm
Ví dụ
Αυτό το κτίριο είναι πολύ παλιό.
This building is very old.
Βρήκα έναν παλιό φίλο.
I found an old friend.
Từ đồng nghĩa
Tạo bởi AI