1动词对某人或某物怀有深厚的爱意或温柔之情。αγαπώ发音AI发音例句Αγαπώ την οικογένειά μου.我爱我的家人。Αγαπώ τη μουσική.我爱音乐。同义词λατρεύωαγαπιέμαιAI 生成